Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη τικάτ
Παραδείγματα: 1) Σ’ εκείνον ’κί θα ευτάγ’νε αοίκον τικάτ’. (βία επιμονή) 2) Ποίσον τικάτ’ να μη εβραδυάσκουμες. (βιασύνη)
Ομμόριζο - Παράγωγο: τικάτα̤ ή τικατλία (βιαστικά)