Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκοτωμός (ο) [Ουσιαστικό]

Προφορά: σκοτωμός
  1. φόνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εσύ ’κ’ έσ’νε π’ εποίκες τον σκοτωμόν;
    2) Σα κοκκία απάν’ εγέν’τον σκοτωμός.

Παρατηρήσεις - Σχόλια