Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ντιβανελούκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ντιβανελούκ'
Προφορά: ντιβανελούκ
ανοησία, παλαβομάρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τιβαναλούχ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ντιβανελούκιν / ντιβανελούκ'
Πληθυντικός: ντιβανελούκια
Παρατηρήσεις - Σχόλια