Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τηγάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τηγάν' Προφορά: τηγάν
  1. 1) σκεύος από χαλκό χωρίς πώμα και με μακρύ χερούλι, όπου δεν τηγάνιζαν, αλλά ζέσταιναν ή έκαμναν φούστρον 2) το φαγητό που παρεσκευάσθη με το τηγάν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Όλ’ π’ εκράτ’ναν τη τηγανί’ το λάβ’ να εγροίκαναν κ’ εμάειρευαν, κανείς πεινασμένος ’κί θα επεμένεν. (όλοι δεν είναι ικανοί να κάμουν τη δουλειά τους, Ιδίωμα: Σταυρί)

  2. το μαγειρικό σκεύος τηγάνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια