1) σκεύος από χαλκό χωρίς πώμα και με μακρύ χερούλι, όπου δεν τηγάνιζαν, αλλά ζέσταιναν ή έκαμναν
φούστρον
2) το φαγητό που παρεσκευάσθη με το τηγάνΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Όλ’ π’ εκράτ’ναν τη τηγανί’ το λάβ’ να εγροίκαναν κ’ εμάειρευαν, κανείς πεινασμένος ’κί θα επεμένεν. (όλοι δεν είναι ικανοί να κάμουν τη δουλειά τους, Ιδίωμα: Σταυρί)
το μαγειρικό σκεύος τηγάνιΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης