Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουντζούνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουντζούνα Προφορά: τζουντζούνα
  1. χόρτο των βουνών που έδινε παχύ γάλα, στο Σταυρίν το έτρωγαν φρέσκο και ωμό με αλάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια