Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εμέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμέκ' Προφορά: εμέκ
  1. κόπος, προσπάθεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. προσπάθεια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Τρανόν εμέκ εποίκα να μαθάνω γράμματα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια