Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζαναβάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌αναβάρ' Προφορά: τζαναβάρ
  1. θηρίο λέγεται για άνθρωπο άγριο, άξεστο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Είδεν έναν τρανόν τζ̌αναβάρ’ σ’ ορμάν’.
    2) Λέγ’νε άρκον τρανόν τζ̌αναβάρ’ εν’.

  2. 1) άγριο ζώο σαρκοφάγο 2) άνθρωπος αγροίκος, ανόητος, ασυλλόγιστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη canavar

Παρατηρήσεις - Σχόλια