Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκορδοτσάγκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκορδοτσάγκ' Προφορά: σκορδοτσάγκ
  1. Αγριο φυτό με βολβούς που μοιάζουν στο σκόρδο, τρώγονταν από τα παιδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια