Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκολειόπαιδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκολειόπαιδον Προφορά: σκολειόπαιδον
  1. μαθητής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα σκολειόπαιδα εσονλάευαν την εκκλησίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια