Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκόλασμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκόλασμα Προφορά: σκόλασμα
  1. απόλυση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Ας σο σκόλασμαν τη εγκλησίας και ύστερα επήγαν σην καβέν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια