Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αμά̤κ Προφορά: αμεάκ
  1. κόπος, προσπάθεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Πάγ'νε τ' αμά̤κια σ' να̤φιλά̤ν.
    2) Πολλά αμά̤κια εποίκεν να γλυτών' το παιδίν ατ'.

    Υποκοριστικό:
    αμα̤κόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια