Προέλευση - Ερμηνεία: 1) από το αρχαίο ουσιαστικό σωρός=όμιλος πολλών
Ιδίωμα: Οινόη
Παραδείγματα: 1) Ολ’ οι δρανοί μαζί χουλίζουν του σωρού (Αμέσως) 2) Να χτυπώ κόφτω και παρτσ̌αλαεύω σε του σωρού (Αμέσως)