Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κίζω Προφορά: σκίζω
  1. σχίζω, διασχίζω, πηγαίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τσακώθεν το σπαθίν ατού κι εσ̌κίεν το κοντάριν.
    2) Εσ̌κίεν η καρδία μ’. (τον πόνεσε πολύ η ψυχή μου)
    3) σ̌κίζω και πάω.
    4) σ̌κίζω κι έρχουμαι.
    Έσ̌κισα το χωρίον κ’ εξέβα σο πεγαδομάτ’. (αφού διασχίσω πολλά χωριά ή σπίτια)

  2. σχίζω χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σχίζω

    Παθητική:
    σκίουμαι = σχίζομαι, διαχωρίζω / ραγίζω / ραγίζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια