Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συφάϊ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συφάι Προφορά: συφάι
  1. Ό,τι τρώγει κανείς συγχρόνως με το φαΐ του, προσφάγιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Από το συν και φαΐ.

    Παράδειγμα:
    Δεν ’κ’ είχͮεν συφάϊ να βάλλ’ σο τσ̌αντάι .

  2. προσφάγι ό,τι τρώγεται με το κύριο φαγητό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια