Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
συφάϊ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συφάι
Προφορά: συφάι
Ό,τι τρώγει κανείς συγχρόνως με το φαΐ του, προσφάγιον
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
Από το συν και φαΐ.
Παράδειγμα:
Δεν ’κ’ είχͮεν συφάϊ να βάλλ’ σο τσ̌αντάι .
προσφάγι
ό,τι τρώγεται με το κύριο φαγητό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σουφάϊ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια