Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σύρτες (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σύρτες
Προφορά: σύρτες
Σύρτης
Τετραγωνικό ξύλο που την ημέρα (χωνόταν) στο δεξιό τοίχο της πόρτας και τη νύχτα το τραβούσαν και έμπαινε σε τρύπα του άλλου τοίχου.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σύρτε (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια