Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συντυλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συντυλίζω Προφορά: συντυλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εσυντίλ’τσεν ατα ο ποπάς κι αλήγορα εξέβαν ας σην εκκλησίαν (Τελειώνω κάτι γρήγορα)
    Σαντάς εσείμ’σεν ατα ο ποπάς.
    2)α) Συντυλίζ’ αέρα. β) Άνεμον συντυλίζ’ τη δεντρού τα κλαδία. (Φυσά τόσο άγρια ώστε να τυλίγει το ένα με το άλλο κλαδί)

    Ιδίωμα:
    Άδισσα

    Προέλευση:
    Από την πρόθεση συν και ρήμα τυλίγω

  2. 1) τυλίγω δύο πράγματα μαζί 2) τελειώνω κάτι σύντομα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια