συντεκνία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συντεκνία
Προφορά: συντεκνία
-
κουμπαριά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η σχέση του αναδόχου (νονού) προς τους γονείς του αναδεκτού ( βαφτισιμιού)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης