Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνταράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συνταράζω Προφορά: συνταράζω
  1. Αναταράζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σα λείβα̤ συνταράουνταν (τα ραχͮία) με τ’ άστρα̤ γειτονεύ’νε.

  2. αναταράζω, συνταράζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα συνταράσσω = συγχέω

Παρατηρήσεις - Σχόλια