Παραδείγματα: 1) Οι ξένοι οι αλόξενοι σην αύλα̤ σ' 'κ' επερ'μέναν. 2) Αϊλί εμέν την μαύρην την αλόξενον.
Αρσενικό: Ενικός: αλόξενος Πληθυντικός: αλόξενοι
Θηλυκό: Ενικός: αλόξενος Πληθυντικός: αλόξενος
Ουδέτερο: Ενικός: αλόξενον Πληθυντικός: αλόξενα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.