Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παλικαρέτια (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παλικαρέτια
Προφορά: παλικαρέτια
παλικαροσύνη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Χρήση
ποιητική
Παράδειγμα:
Τζάρι καν' κάθουν παλικάρα̤ χωρίς παλικαρέτια.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
παλικαρότε (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια