Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παλαλός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: παλαλός Προφορά: παλαλός
  1. παλαβός, τρελός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Οι παλαλοί εχόρευαν ση παλαλούν τον γάμον.
    2) Παλαλόν μελ' . (το μαινόμενο μέλι του Ξενοφώντος. Μέλι μερικών περιοχών του Πόντου και Καυκάσου όπου αφθονεί αζαλέα η Ποντιακή (τσιφίν) της οποίας το μέλι δηλητηριάζει).

  2. τρέλος, ανόητος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. παλαβός, τρελός, ηλίθιος, μωρός, άχρηστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το απολωλός - απόλλυμι ή απολλύω

  4. παλαβός, ανισόρροπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια