Παραδείγματα:
1) Οι παλαλοί εχόρευαν ση παλαλούν τον γάμον.
2) Παλαλόν μελ' . (το μαινόμενο μέλι του Ξενοφώντος. Μέλι μερικών περιοχών του Πόντου και Καυκάσου όπου αφθονεί αζαλέα η Ποντιακή (τσιφίν) της οποίας το μέλι δηλητηριάζει).
Προέλευση:
από το απολωλός - απόλλυμι ή απολλύω