Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παραδείγματα: 1) Σ’ άλλ’ το μίαν γότσ̌α̤ αγούρα̤ να εφτάει. 2) Γότσ̌' ωβόν. (δυνατό αυγό για τσούγκρισμα)
Ενικός: γότσ̌ιν / γότσ̌' Πληθυντικός: γότσ̌α̤