Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παλαιός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: παλαιός Προφορά: παλαιός
  1. παλαιός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εσκάλωσαν να έλεγαν ντ' εποίκαν σα παλαία.
    2) Ο κώλος αθε έναξα(ι) ετρυπέθε γιατί έτονε παλαίο.

  2. πρόγονος, αρχαιότερος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια