Προέλευση: τουρκική, απο την λέξη πακλαεύω
Ιδίωμα Τσακράκ
Παράδειγμα : Αστά μίαν ας πακλαεύω ατόν.
Παθητική Φωνή: πακλαεύκουμαι = εξαφανίζομαι
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.