Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρενίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κρενίν Προφορά: κρενίν
  1. κρούνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Και με το κρενίν κατηβάζ’ το γάλαν σα χωρία.
    2) Ο κώλος ατ’ εγέντον κρενίν. (έχει διάρροια)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. πηγάδι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κρήνη, βρύση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια