Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνερία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συνερία Προφορά: συνερία
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    Στη φράση δα̤βόλ’ συνερία, συνεργία του διαβόλου.

    Παράδειγμα:
    Δα̤βόλ’ συνερίαν εγλίαξεν κ’ ερούξεν.

  2. συνέργια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια