Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τζαβταροτάραγον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌αβταροτάραγον
Προφορά: τζαβταροτάραγον
αλεύρι ή ψωμί στο οποίο έχει αμανειχθεί σίκαλη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Αδά σο σα̤φά̤ρ τζ̌αβταροτάραγα ειν’ τα ψωμία μουν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια