Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τετραδοφάας (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τετραδοφάας
Προφορά: τετραδοφάας
εκείνος που καταλύει την Τετάρτη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Ο Τετραδοφάας την Πέφτ’ ’κ’ είχͮεν να έτρωε.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τετραδοφάγος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια