Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τετραδοφάας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τετραδοφάας Προφορά: τετραδοφάας
  1. εκείνος που καταλύει την Τετάρτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο Τετραδοφάας την Πέφτ’ ’κ’ είχͮεν να έτρωε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια