Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ετραδοβλάφτρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ετραδοβλάφτρα̤ Προφορά: ετραδοβλάφτρεα
  1. που έβλαψε την Τετάρτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση Ποιητική

    Παράδειγμα:
    Μάνα τριτοκαταταράτε, μάνα Τετραδοβλάφτρα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια