Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τερζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τερζής Προφορά: τερζής
  1. ράφτης εγχωρίων ενδυμασιών, για Ευρωπαϊκές (φουστάνια, πανταλόνια) λεγόταν φραγκοράφτες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

  2. ράφτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη terzi

Παρατηρήσεις - Σχόλια