τέρεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τέρεμαν
Προφορά: τέρεμαν
-
ματιά, περιποίηση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
βλέμμα, ματιά, κοίταγμα, περιποίηση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
κοίταγμα, βλέμμα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης