-
κορυφή
1) η κορυφή της κεφαλής
2) η κορυφή όρους, δέντρου κτλ.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) κορυφή του κεφαλιού του ανθρώπου
2) η κορυφή δέντρου/ όρους
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
κορυφή
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης