Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τεντελαρία (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τεντελαρία
Προφορά: τεντελεαρία
εκείνη της οποίας τρέμει το σώμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Χρήση από:
Π. Μελανοφρύδη
Παράδειγμα:
Σους κ’ εσύ τεντελαρία ντ’ εγένουσ’νε.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια