Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γοσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γοσ̌εύω Προφορά: γοσεύω
  1. ζεύγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εγόσ̌εψεν το βούδ’ με το χτήνον. (βάζω στο ζυγό, ζευγώ)
    2) Γοσ̌εύω τη κρεατί' την μηχανήν. (και κάθε πράγμα αποτελούμενο από παλλόμενα μέρη, συναρμολογώ τα διάφορα τεμάχια για να μπει σε κίνηση)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κασ̌μάκ

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. δένω τα βόδια ή τα άλογα με το κάρο Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια