Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τέμνος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τέμνος Προφορά: τέμνος
  1. εικονοστάσι της εκκλησίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το τέμπλο

Παρατηρήσεις - Σχόλια