τέκ (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: τέκ'
Προφορά: τέκ
-
η άκρη τη τσ̌ιτί ή των άλλων ρούχων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ένας, μόνος, μοναδικός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης