αλμεχτέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αλμεχτέρ
Προφορά: αλμεχτέρ
-
κουβάς ή άλλο δοχείο, όπου άρμεγαν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αλουμινένιο σκεύος αρμέγματος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης