Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κασ̌μάκ
Παράδειγμα: Εκόσ̌εψεν τον βουδα̤νόν και κουβαλεί λιθάρα̤. (βάζω στον ζυγό)
Παράδειγμα: Όνταν ελέπ'με ο πεθερό μ, χαμάν κοσ̌εύ' με σήν δουλείαν.
Ενεστώτας: κοσ̌εύω Παρατατικός: εκόσ̌ευα Μέλλοντας: θα κοσ̌εύω Αόριστος: εκόσ̌εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.