Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαχλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαχλαεύω Προφορά: βαχλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δείχνω τη λύπη μου με αναστεναγμό και με τη λέξη βάχ, βάχ

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη βαχλανμάκ

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας

    Παράδειγμα:
    Ντο έπαθα το κακόν, έλεεν και εβαχλάευεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια