Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αχταλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αχταλεύω Προφορά: αχταλεύω
  1. σκάβω σκάβω λαφριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Χρήση από:
    Δ. Ηλιόπουλου

    Παραδείγματα:
    1) Σίτα̤ εχτάλευεν τα χώματα, εφάνθεν έναν πιθάρ’ λίρας.
    2) Εχτάλεψα κι εγρίζεψα και την αγάπη μ’ ’κ’ εύρα.
    3) Κάποτε επαίρ’νεν το τσακέλ’ κι εχτάλευεν.

  2. σκάβω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  3. σκάβω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια