Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλουμιστός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πλουμιστός Προφορά: πλουμιστός
  1. χρωματιστός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ποίκανε μ' ερωθύμεσα τα πλουμιστά τ' ομμάτα̤ σ'.

  2. στολισμένος με πολύχρωμη φορεσιά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο:
    τριγενή - τρικατάληκτο

Παρατηρήσεις - Σχόλια