Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλερώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλερώνω Προφορά: πλερώνω
  1. πληρώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) 'Κ' επλέρωσα το χρέος-ι-μ'. (πληρώνω)
    2) Πλερούμαι σα μουράτα̤ μ'. (Εκπληρώνονται οι επιθυμίες μου.)
    3) Ο θεός να πλερών'τσε σα μουράτα̤ σ'. (να εκπληρώσει τις επιθυμίες σου)
    4) Σο χρόνον τον απλέρωτον το ρούχον επλερώθεν. (συμπληρούμαι (ποιητικό))
    5) Τον λόγον ατ' 'κ' επλέρωσεν, φουσάτον κατεβαίνει. (τελειώνω (ποιητικό))

  2. γεμίζω, συμπληρώνω, ολοκληρώνω, πληρώνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Παράδειγμα:
    Οσήμερον 'κι επλέρωσα δουλείαν (σήμερα δεν ολοκλήρωσα τη δουλειά μου - δεν δούλεψα όσο έπρεπε)

Παρατηρήσεις - Σχόλια