Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αληθινός (ο) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αληθινός , 2. Αληθινός Προφορά: αληθινός
  1. αληθής, σωστός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο αληθινός

    Παράδειγμα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Έκατσεν και τερεί άμον αληθινός (έκατσε και κοίταζε σαν καθώς πρέπει, κύριος (ειρωνικά))
    2) ενορία Κρώμνης με 60 οικογένειες (Αληθινός και Αληθινή)

  2. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια