Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kanli
Παραδείγματα: 1) Σα τρία χρόνια απάν’ επιάστεν ο γανλής. 2) Γανλής έτον και ’κ’ εποπάδεψαν ατον.
Αρσενικό: Ενικός: ανλής Πληθυντικός: γανλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γανλήσα Πληθυντικός: γανλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γανλίν Πληθυντικός: γανλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.