Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαναχτώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαναχτώ Προφορά: γαναχτώ
  1. κουράζομαι, δυσανασχετώ, δυσφορώ, στενοχωρούμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο αγανακτώ

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    1) Γαναχτισμένος και πεινασμένος κάτσε κι έφαε αντάμα τουνε. (κουράζομαι)
    2) Γαναχτεμένος έναν γανάχτεμαν ντό ’κί γίνεται. (κουράζομαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια