Προέλευση: από το αρχαίο αγανακτώ
Ιδίωμα: Άνω Αμισού
Παράδειγμα: 1) Γαναχτισμένος και πεινασμένος κάτσε κι έφαε αντάμα τουνε. (κουράζομαι) 2) Γαναχτεμένος έναν γανάχτεμαν ντό ’κί γίνεται. (κουράζομαι)
Ενεστώτας: γαναχτώ Παρατατικός: εγάχτεινα Μέλλοντας: θα γαναχτώ Αόριστος: εγανάχτησα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.