Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kanat.
Ιδίωμα: Τσακράκ
Παράδειγμα: Ένοιξεν τα γανάτα̤ θε κ’ εποίκεν ατον κιολκέν.
Ενικός: γανάτιν / γανάτ' Πληθυντικός: γανάτα̤