μαστίγιοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη Kamci
Παραδείγματα:
1) Εξέγκεν το γαμψ̌ίν ασό σαπόκ’ν ατ’ κι εκατήβασεν έναν σ’ ωμίν ατ’.
2) Οι ζανταρμάδες με το γαμψ̌ίν εγαμψ̌ιλάευαν τ’ αρθώπ’ς.
3) Εγέντον γαμψ̌ίν (έγινε λεπτή, ισχνή όπως μαστίγιο)