Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαμψίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαμψ̌ίν Προφορά: γαμψίν
  1. μαστίγιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη Kamci

    Παραδείγματα:
    1) Εξέγκεν το γαμψ̌ίν ασό σαπόκ’ν ατ’ κι εκατήβασεν έναν σ’ ωμίν ατ’.
    2) Οι ζανταρμάδες με το γαμψ̌ίν εγαμψ̌ιλάευαν τ’ αρθώπ’ς.
    3) Εγέντον γαμψ̌ίν (έγινε λεπτή, ισχνή όπως μαστίγιο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια