Ερμηνεία: κάμα, μεγάλο σπαθί γυριστό με θήκες και με δύο αυτιά στη λαβή
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kama
Παραδείγματα: 1) Με τη γαμά̤ν έπαιξαν το μαχαίρ’. 2) Εσάρεψαν ατσε οι Τούρκ’ με τα τυφιάγκια και τα γάμας. (Ιδίωμα: Άδισσας)
Ενικός: η γαμά̤ Πληθυντικός: τα γαμά̤δες / γαμά̤δας