Προέκευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κάλπ (οκνυρός)
Παράδειγμα: Το τρανόν το βουδ’ γάλπ' έν’.
Παράγωγα γαλπωτός γαλπλάεμαν, γαλπλούχ' γαλπλαεύω
Αρσενικό: Ενικός: γάλπης / γάλπ'ς Πληθυντικός: γάλποι / γάλπ'
Θηλυκό: Ενικός: γάλπαινα Πληθυντικός: γάλποι / γάλπ'
Ουδέτερο: Ενικός: γάλπιν / γάλπ' Πληθυντικός: γάλπα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.