Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γοσάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γοσ̌άν' Προφορά: γοσάν
  1. ζευγαρωτά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) όσο χωρούν οι δύο παλάμες
    2) ζώα ζευγμένα
    3) Γοσ̌άδας έπαιζαν. (δύο όργανα μουσικά που παίζουν συγχρόνως)

    Προέλευση:
    λέξη ξένη

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

Παρατηρήσεις - Σχόλια